Μετάφραση του "bacino" σε Ελληνικά
Οι λεκάνη, πύελος, λεκάνη απορροής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bacino" σε Ελληνικά.
Una scodella, catino, usato per lavarsi o lavare i piatti, che di solito é fissato al muro. [..]
-
λεκάνη
noun feminineBasta dargli una pacca di buona fortuna sulla schiena e si frattureranno il bacino.
Δώσε σε καμία γριά μια μπατσούλα στον πισινό και θρύψαλα θα γίνει η λεκάνη της.
-
πύελος
nounLa spina lombare è composta da una colonna in gomma montata tra lo scheletro toracico e il bacino.
Το οσφυϊκό τμήμα της σπονδυλικής στήλης αποτελείται από στήλη ελαστικού προσαρμοσμένη μεταξύ του θωρακικού σκελετού και της πυέλου.
-
λεκάνη απορροής
noun feminineIl bacino del Danubio è diviso in tre parti: bacino superiore, bacino mediano e bacino inferiore, che include il delta del fiume.
Η λεκάνη απορροής του Δούναβη χωρίζεται σε τρεις υποπεριφέρειες: την άνω, τη μέση και την κάτω λεκάνη απορροής συμπεριλαμβανομένου του Δέλτα του Δούναβη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Λεκάνη
- πισίνα
- μπολ
- δεξαμενή ναυπηγείου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bacino " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bacino"
Φράσεις παρόμοιες με "bacino" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασπάζομαι · γαμάω · γαμώ · δίνω φιλί · ερωτοτροπώ · κάνω έρωτα · φιλί · φιλώ
-
δεξαμενή περιορισμού αιχμής πλημυρών
-
δεξαμενή · νερό · ταμιευτήρας
-
εστία (απορρόφησης της) ρύπανσης
-
ανάπτυξη ποτάμιας λεκάνης
-
λεκάνη του Ρήνου
-
δεξαμενή κατακράτησης
-
Λεκάνη απορροής · λεκάνη απορροής · υδρογραφική λεκάνη