Μετάφραση του "bagnato" σε Ελληνικά

Οι βρεγμένος, υγρός, μουσκεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bagnato" σε Ελληνικά.

bagnato adjective noun verb masculine γραμματική

Contenente tanto liquido o umidità.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρεγμένος

    adjective masculine

    La strada stretta e bagnata era piena di profondi solchi fangosi e continuava ad addentrarsi nella foresta nera.

    Ο στενός, βρεγμένος δρόμος ήταν γεμάτος βαθιά αυλάκια λάσπης και οδηγούσε ολοένα πιο μακριά στο σκοτεινό δάσος.

  • υγρός

    adjective masculine

    Ha detto che non riusciva a vedere le linee tanto era bagnato.

    Είπε ότι δεν μπορούσε να δει τις γραμμές cos ήταν τόσο υγρός.

  • μουσκεμένος

    adjective masculine

    Mi sembra di essere stato cavalcato di brutto e messo via bagnato.

    Νιώθω σα να κάλπαζα ώρες και ξάπλωσα μουσκεμένος.

  • νοτισμένος

    adjective

    Preferirebbe davvero che le persone dicessero " bagnato ".

    Θα προτιμούσε να έλεγαν όλοι " νοτισμένος "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bagnato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bagnato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κάνω μπάνιο
  • δημόσια λουτρά
  • Μπάνιο · βαλανείον · λουτρό · μπάνιο
  • αρωματικό έλαιο
  • αποχωρητήριο · βαλανείον · λουτήρας · λουτρό · λούσιμο · μέρος · μπάνιο · μπανιάρισμα · μπανιέρα · τουαλέτα
  • σάλτσα
  • μαγιό και ρούχα παραλίας
  • βρεγμένος · μουσκεμένος · υγρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bagnato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη