Μετάφραση του "baratto" σε Ελληνικά
Οι αντιπραγματισμός, ανταλλαγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baratto" σε Ελληνικά.
baratto
noun
verb
masculine
γραμματική
Tutto ciò che è dato o ricevuto come equivalente o sostituto di qualcos'altro.
-
αντιπραγματισμός
noun— viene o verrà prestato un corrispettivo finanziario o in natura (baratto).
— υπάρχει ή θα υπάρξει αντιπαροχή, οικονομική ή σε είδος (αντιπραγματισμός).
-
ανταλλαγή
noun feminineNon è esattamente un baratto senza un accordo tra Ie due parti.
Ξέρεις δεν είναι ανταλλαγή, αν δε συμφωνήσουν και τα δύο μέρη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baratto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "baratto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταλλάσσω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη