Μετάφραση του "base" σε Ελληνικά

Οι βάση, θεμελίωση, κανονικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "base" σε Ελληνικά.

base noun feminine γραμματική

Il lato inferiore di un triangolo o altro poligono, o la faccia inferiore di un cono, di una piramide o altro poliedro. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    Se del caso, si considerano anche gli intervalli di desolforazione sulla base dei dati forniti dal costruttore.

    Κατά περίπτωση, εξετάζονται επίσης τα μεσοδιαστήματα αποθείωσης με βάση τα δεδομένα του κατασκευαστή.

  • θεμελίωση

    noun

    Riteniamo che gli elementi probatori ottenuti siano sufficienti ed adeguati a fornire una base per i nostri giudizi.

    Φρονούμε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ελέγχου που συγκεντρώθηκαν είναι επαρκή και κατάλληλα για τη θεμελίωση των γνωμών μας.

  • κανονικός

    adjective masculine

    In questo modo viene meno la base di diritto per beneficiare di tale fondo.

    Με αυτό κανονικά παύει το δικαίωμά τους για τη λήψη κονδυλίων από αυτό το ταμείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλκαλική ένωση
    • Βάση
    • Βάση αριθμητικού συστήματος
    • κυψέλη της μάνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " base " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "base" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "base" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη