Μετάφραση του "basilare" σε Ελληνικά

Το κύριος είναι η μετάφραση του "basilare" σε Ελληνικά.

basilare adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύριος

    adjective

    Nel presente caso, invece, manca già una regolare pubblicità dell’obbligo basilare.

    Εν προκειμένω, όμως, ούτε ο κανόνας που επέβαλε την κυρίως υποχρέωση είχε αποτελέσει αντικείμενο προσήκουσας δημοσιεύσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basilare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basilare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη