Μετάφραση του "basso" σε Ελληνικά

Οι χαμηλός, αβαθής, βαρύτονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basso" σε Ελληνικά.

basso adjective noun adverb masculine γραμματική

Parte o sezione musicale più bassa del tenor o di tutte le altre parti, con un registro dal re al di sotto della chiave di fa al mi al di sopra del "do centrale". [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαμηλός

    adjective

    L'elicottero sta volando molto basso.

    Το ελικόπτερο πετάει πολύ χαμηλά.

  • αβαθής

    adjective

    Laghi di media altitudine, bassa profondità, alcalinità moderata-elevata (influenza alpina), grandi dimensioni

    Μεσαίου υψομέτρου, αβαθής, μέτριας έως υψηλής αλκαλικότητας (αλπική επιρροή) μεγάλη

  • βαρύτονος

    noun masculine

    Un cantante italiano la cui vocalità si estende nella regione più grave del pentagramma.

    un basso che canta perfino la parte del soprano.

    ένας βαρύτονος που τραγούδησε ακόμη και τα σοπράνο κομμάτια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπάσος
    • ήχος χαμηλής κλίμακας
    • κοντός
    • μπάσο
    • τέλος
    • βαθύφωνος
    • αδιάφορος
    • χυδαίος
    • πρόστυχος
    • κάτω μέρος
    • κάτω πλευρά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Basso proper γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αδιάφορος

Φράσεις παρόμοιες με "basso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη