Μετάφραση του "bastone" σε Ελληνικά
Οι ραβδί, βέργα, μπαστούνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bastone" σε Ελληνικά.
bastone
noun
masculine
γραμματική
Ramo d'albero arrotondato e lavorato o strumento di analoga forma anche non di legno, usato spec. come sostegno per camminare o come arma.
-
ραβδί
noun neuterQuando siamo a secco, tocca una roccia col bastone come Mosè e l'acqua sgorga.
Οταν ξεμείνουμε από νερό, θα χτυπήσει έναν βράχο με το ραβδί σαν τον Μωυσή.
-
βέργα
noun feminineQualsiasi cosa abbia perforato l'osso era grezza, come un bastone.
Ό, τι και αν τρύπησε το οστό ήταν σκληρό, σαν βέργα.
-
μπαστούνι
noun neuterLottare con i bastoni non é l'arte del combattimento.
Η τέχνη της μάχης δεν είναι το μπαστούνι!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρόπαλο
- ράβδος
- ξύλο
- κλόμπ
- κλαδί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bastone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bastone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκυτάλη
-
ραβδί
-
πάβδος του Ασκληπιού
-
μπαστούνι
-
στραταρχική ράβδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη