Μετάφραση του "benzolo" σε Ελληνικά

Οι βενζόλιο, βενζίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benzolo" σε Ελληνικά.

benzolo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βενζόλιο

    noun neuter

    Nel frattempo si è ottenuto un primo successo rispetto al contenuto di benzolo nella benzina.

    Εντωμεταξύ σημειώθηκε μία πρώτη επιτυχία στο περιεχόμενο της βενζίνης σε βενζόλιο.

  • βενζίνη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benzolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benzolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη