Μετάφραση του "bilingue" σε Ελληνικά

Το δίγλωσσος είναι η μετάφραση του "bilingue" σε Ελληνικά.

bilingue adjective

Persona cresciuta usando due lingue, parlate entrambe come lingue madri. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίγλωσσος

    adjective masculine

    Bisognerebbe completare l'elenco bilingue dei prodotti non armonizzati presente sul sito web della Commissione europea.

    Πρέπει να ολοκληρωθεί ο δίγλωσσος κατάλογος μη εναρμονισμένων προϊόντων που έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bilingue " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bilingue" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bilingue" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη