Μετάφραση του "biopsia" σε Ελληνικά
Το βιοψία είναι η μετάφραση του "biopsia" σε Ελληνικά.
biopsia
noun
feminine
γραμματική
-
βιοψία
noun femininetest medico diagnostico che prevede l'analisi di un campione di cellule o di tessuto
Dobbiamo fare una biopsia che confermi il rigetto.
Να κάνουμε βιοψία και να σιγουρέψουμε ότι είναι απόρριψη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " biopsia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "biopsia"
Φράσεις παρόμοιες με "biopsia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιοψία ήπατος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη