Μετάφραση του "birmano" σε Ελληνικά

Οι βιρμανικός, Βιρμανική, βιρμανικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "birmano" σε Ελληνικά.

birmano adjective noun proper masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιρμανικός

    masculine

    L’esercito birmano consolidò a poco a poco il proprio potere, costringendo i ribelli a ritirarsi nelle zone montuose.

    Ο βιρμανικός στρατός κέρδιζε σιγά σιγά έδαφος, εκτοπίζοντας τους αντάρτες στα βουνά.

  • Βιρμανική

    feminine

    Sono decenni che il governo birmano cerca di neutralizzarli.

    Η Βιρμανική κυβέρνηση προσπαθεί να τους εξαφανίσει εδώ και δεκαετίες.

  • βιρμανικά

    p

    È stato doppiato in più di 30 lingue come l'Arabo, il Birmano e il Cinese.

    Έχει μεταγλωττιστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες, όπως τα αραβικά, τα βιρμανικά και τα κινέζικα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Μιανμάρ
    • Βιρμανή
    • Βιρμανός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " birmano " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "birmano" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη