Μετάφραση του "blasfemo" σε Ελληνικά

Το βλασφημία είναι η μετάφραση του "blasfemo" σε Ελληνικά.

blasfemo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλασφημία

    noun feminine

    Ora abbiamo l'onorevole Nassauer con l'introduzione di quella che sembra essere una sorta di legge ambientale blasfema.

    Τώρα έχουμε τον κ. Nassauer να εισάγει αυτό που φαίνεται ότι είναι ένα είδος νόμου περί περιβαλλοντικής βλασφημίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blasfemo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blasfemo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη