Μετάφραση του "blocco" σε Ελληνικά

Οι σημειωματάριο, μπλοκ, αποκλεισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blocco" σε Ελληνικά.

blocco noun verb masculine γραμματική

Un pezzo compatto di un materiale, solitamente solido, specialmente quando deve venire lavorato. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σημειωματάριο

    noun neuter

    Terrete sott'occhio i vostri pazienti col quaderno o il blocco degli appunti che porterete sempre con voi.

    Θα παρακολουθείτε τους ασθενείς σας, με σημειωματάριο, που θα έχετε πάνω σας συνεχώς.

  • μπλοκ

    noun

    Il blocco del motore e'grande quanto un foglio di carta A4.

    Το μπλοκ της κινητήρα θα ταίριαζε σε ένα Α4 χαρτί.

  • αποκλεισμός

    noun masculine

    Sembra un comune blocco del regolatore del sottosistema.

    Μάλλον είναι λογικός αποκλεισμός στο υποσύστημα του ρυθμιστή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνασπισμός
    • ατζέντα
    • πάγωμα
    • τεμάχιο
    • εμπόδιο
    • οθόνη
    • κλείδωμα
    • Αποκλεισμός
    • κορμός
    • άξονας
    • κλειδώνω
    • μαντάλωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blocco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Blocco
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εμποδισμός

    όρος μετεωρολογίας

Εικόνες με "blocco"

Φράσεις παρόμοιες με "blocco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blocco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη