Μετάφραση του "boccio" σε Ελληνικά

Οι οφθαλμός, μπουμπούκι, βλαστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boccio" σε Ελληνικά.

boccio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οφθαλμός

    noun masculine
  • μπουμπούκι

    noun

    Vale di più quand'è ancora in boccio

    Είναι πιο πολύτιμο όσο είναι ακόμα μπουμπούκι.

  • βλαστός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boccio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "boccio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μπότσια · μπουκάλα · μπουκάλι
  • απορρίπτω · καταψηφίζω · κόβω · προκαλώ κίνηση με κτύπημα · χτυπώ ή κτυπώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boccio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη