Μετάφραση του "boicottaggio" σε Ελληνικά
Οι μποϊκοτάζ, Μποϊκοτάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boicottaggio" σε Ελληνικά.
boicottaggio
noun
masculine
γραμματική
-
μποϊκοτάζ
noun neuterAdesso deve essere soprattutto imposto un boicottaggio assoluto dei diamanti.
Το σημαντικότερο είναι να επιβληθεί αμέσως ένα αποτελεσματικό μποϊκοτάζ στα διαμάντια από τη χώρα αυτή.
-
Μποϊκοτάζ
Adesso deve essere soprattutto imposto un boicottaggio assoluto dei diamanti.
Το σημαντικότερο είναι να επιβληθεί αμέσως ένα αποτελεσματικό μποϊκοτάζ στα διαμάντια από τη χώρα αυτή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boicottaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη