Μετάφραση του "bolla" σε Ελληνικά

Οι φυσαλίδα, φούσκα, Πομφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bolla" σε Ελληνικά.

bolla noun verb feminine γραμματική

Piccola sferetta colma d'aria che si produce in un liquido per la presenza di un gas o durante l'ebollizione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσαλίδα

    noun feminine

    Dubito che una bolla di curvatura possa cancellare la memoria del computer.

    Αμφιβάλλω ότι μια φυσαλίδα δίνης θα μπορούσε να αλλάξει τα αρχεία του υπολογιστή ή να σβήσει τις μνήμες.

  • φούσκα

    noun feminine

    sacca di gas immersa in un altro fluido

    La macchina si e'sovraccaricata, e'sfuggita una bolla temporale, ha risalito una spaccatura del suolo.

    Η συσκευή υπερφορτώθηκε, μια χρονική φούσκα απελευθερώθηκε, και πέρασε από ένα ρήγμα στη Γη.

  • Πομφός

    rigonfiamento sotto l'epidermide

    eruzione cutanea, orticaria, bolle (ponfi) e prurito generalizzato

    κνίδωση, πομφοί (φουσκάλες), γενικευμένος κνησμός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πομφός
    • φουσκάλα
    • πομφόλυγα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bolla " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bolla"

Φράσεις παρόμοιες με "bolla" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bolla" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη