Μετάφραση του "bonobo" σε Ελληνικά

Το μπονόμπο είναι η μετάφραση του "bonobo" σε Ελληνικά.

bonobo noun masculine γραμματική

(Pan paniscus) Una delle due specie del genere degli scimpanzè.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπονόμπο

    Ecco come lo fanno i bonobo. I bonobo fanno tutto con il sesso,

    Έτσι το κάνουν οι μπονόμπο. Οι μπονόμπο κάνουν τα πάντα με σεξ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bonobo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bonobo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bonobo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη