Μετάφραση του "bonobo" σε Ελληνικά
Το μπονόμπο είναι η μετάφραση του "bonobo" σε Ελληνικά.
bonobo
noun
masculine
γραμματική
(Pan paniscus) Una delle due specie del genere degli scimpanzè.
-
μπονόμπο
Ecco come lo fanno i bonobo. I bonobo fanno tutto con il sesso,
Έτσι το κάνουν οι μπονόμπο. Οι μπονόμπο κάνουν τα πάντα με σεξ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bonobo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bonobo"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη