Μετάφραση του "borbottio" σε Ελληνικά
Οι ασυναρτησίες, αλαμπουρνέζικα, μουρμούρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borbottio" σε Ελληνικά.
borbottio
noun
masculine
γραμματική
-
ασυναρτησίες
nounAl borbottio di un condannato.
Οι ασυναρτησίες ενός καταδικασμένου ανθρώπου.
-
αλαμπουρνέζικα
nounA me sembra ancora un borbottio incomprensibile.
Εμένα ακόμα μου φαίνονται σαν αλαμπουρνέζικα.
-
μουρμούρισμα
noun neuterAdesso non risponde più e ha cominciato questo borbottio.
Δεν θα ανταποκριθεί σε τίποτα τώρα και άρχισε αυτό το αδιάκοπο μουρμούρισμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μουρμουρητό
- μουρμούρα
- γογγυσμός
- γογγυτό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " borbottio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη