Μετάφραση του "bordo" σε Ελληνικά

Οι άκρη, άκρο, χείλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bordo" σε Ελληνικά.

bordo noun verb masculine γραμματική

Parte esterna che costituisce il limite di una superficie; bordo, orlo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άκρη

    noun feminine

    Prendeva una pietra e mi dipingeva sulla roccia, al bordo della strada.

    Με είχε σκιτσάρει πάνω σε έναν βράχο στην άκρη του δρόμου.

  • άκρο

    noun

    L'evidenziatore deve essere applicato il più vicino possibile al bordo del veicolo.

    Η σήμανση ευδιακριτότητας πρέπει να βρίσκεται όσο το δυνατό πλησιέστερα στο άκρο του οχήματος.

  • χείλος

    noun neuter

    Portare il livello esattamente al bordo superiore del tubo laterale.

    Ευθυγραμμίζεται επακριβώς η στάθμη με το άνω χείλος του πλευρικού σωλήνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περίγραμμα
    • περιθώριο
    • κόψη
    • όριο
    • μπορντούρα
    • ακτή
    • παραλία
    • πέρας
    • ακονίζω
    • τέρμα
    • τέλος
    • συμβούλιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bordo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bordo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bordo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη