Μετάφραση του "botanico" σε Ελληνικά
Οι βοτανολόγος, βοτανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botanico" σε Ελληνικά.
botanico
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
βοτανολόγος
noun masculinepersona che pratica la botanica
Non sono un botanico, ma è probabile che si tratti di una specie sconosciuta.
Δεν είμαι βοτανολόγος αλλά δεν φαίνεται να'ναι γνωστό γένος.
-
βοτανικός
adjectiveNell'ambito dell'istruzione i giardini zoologici e botanici possono svolgere un ruolo di primo piano.
Οι ζωολογικοί και βοτανικοί κήποι καλούνται να διαδραματίσουν σοβαρό ρόλο στην εκπαίδευση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " botanico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "botanico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βοτανική · βοτανική · βοτανολογία · φυτοβιολογία · φυτολογία
-
εικονογράφος βοτανικής
-
βοτανικός κήπος
-
Βοτανικός Κήπος · βοτανικός κήπος
-
φυτοκομείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη