Μετάφραση του "botte" σε Ελληνικά

Οι βαρέλι, βαρελάκι, βαρελιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botte" σε Ελληνικά.

botte noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρέλι

    noun neuter

    κυλινδρικό δοχείο

    Qualcuno ha distillato questo, l'ha messo in botti per farlo invecchiare prima che nascessimo.

    Αυτό αποστάχθηκε και μπήκε για παλαίωση σε βαρέλι πριν ακόμη γεννηθούμε.

  • βαρελάκι

    noun

    Vi figura altresì un vecchio modello di recipiente di porcellana a forma di botte utilizzato nel 1935.

    Συμπεριλαμβανόταν ένα παλιό μοντέλο από βαρελάκι σε πορσελάνη, που χρησιμοποιούνταν το 1935.

  • βαρελιά

    noun
  • βυτίο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " botte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "botte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βρόντος · κρότος · μπότα · πάταγος · πλήγμα · πρόσκρουση · σοκ · χτύπημα · χτύπος
  • βρόντος · κρότος · μπότα · πάταγος · πλήγμα · πρόσκρουση · σοκ · χτύπημα · χτύπος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "botte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη