Μετάφραση του "bouquet" σε Ελληνικά
Οι άρωμα, ευωδία, ευωδιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bouquet" σε Ελληνικά.
bouquet
Raccolta legata di oggetti, tipicamente di fiori o rami decorativi.
-
άρωμα
noun neuterL'obiettivo di questa fase è ottenere un prodotto con il «bouquet» caratteristico del «półtorak».
Στόχος του συγκεκριμένου σταδίου είναι να προκύψει ένα προϊόν με το χαρακτηριστικό άρωμα του «półtorak».
-
ευωδία
noun -
ευωδιά
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bouquet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bouquet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θήκη για μπουκέτο λουλουδιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη