Μετάφραση του "boy" σε Ελληνικά
Οι γκρουμ, χορευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boy" σε Ελληνικά.
boy
noun
masculine
γραμματική
-
γκρουμ
noun masculineUn Lobby Boy anticipa i bisogni del cliente prima ancora che ne abbia bisogno.
Ένας γκρουμ προβλέπει τις ανάγκες του πελάτη πριν εμφανιστούν οι ανάγκες.
-
χορευτής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη