Μετάφραση του "bracciante" σε Ελληνικά

Το εργάτης είναι η μετάφραση του "bracciante" σε Ελληνικά.

bracciante noun verb masculine γραμματική

Lavoratore pagato generalmente a giornata.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργάτης

    noun masculine

    Il bracciante lo vede e prende il latte e getta fuori anche quello.

    Ο εργάτης το βλέπει αυτό, παίρνει το γάλα και το πετάει κι αυτό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bracciante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bracciante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη