Μετάφραση του "brandello" σε Ελληνικά

Οι κουρέλι, ράκος, τζάντζαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brandello" σε Ελληνικά.

brandello noun masculine γραμματική

Quantità minima, parte molto piccola.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρέλι

    noun neuter

    Fibre naturali come il cotone si sarebbero ridotte a brandelli o polvere in circa 4 mesi.

    Οι φυσικές ίνες όπως το βαμβάκι θα είχαν αποσυντεθεί σε σκόνη ή κουρέλι σε περίπου τέσσερεις μήνες.

  • ράκος

    noun
  • τζάντζαλο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brandello " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brandello" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη