Μετάφραση του "break" σε Ελληνικά

Το διάλειμμα είναι η μετάφραση του "break" σε Ελληνικά.

break noun interjection masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Bene, mentre tutti parlano di questo, faccio un break.

    Εντάξει, όσο εσείς μιλάτε για αυτά εγώ θα κάνω ένα διάλειμμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " break " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "break" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "break" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη