Μετάφραση του "bromo" σε Ελληνικά
Οι βρώμιο, βρόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bromo" σε Ελληνικά.
bromo
noun
masculine
γραμματική
-
βρώμιο
noun neuterχημικό στοιχείο με σύμβολο Br και ατομικό αριθμό 35
— contenente, in peso, una percentuale pari o superiore al 21 % di bromo,
— με κατά βάρος περιεκτικότητα σε βρώμιο 21 % και άνω,
-
βρόμιο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bromo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bromo"
Φράσεις παρόμοιες με "bromo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μονοφθοριούχο βρώμιο
-
Βρωμιούχο νερό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη