Μετάφραση του "brulotto" σε Ελληνικά

Το Πυρπολικό είναι η μετάφραση του "brulotto" σε Ελληνικά.

brulotto noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πυρπολικό

    Un brulotto e'un'arma di distruzione indiscriminata.

    Ένα πυρπολικό είναι ένα όπλο ολικής καταστροφής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brulotto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brulotto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη