Μετάφραση του "brusio" σε Ελληνικά

Οι μουρμουρητό, μουρμούρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brusio" σε Ελληνικά.

brusio noun masculine γραμματική

Rumore indefinito e sommesso.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουρμουρητό

    noun neuter
  • μουρμούρισμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brusio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brusio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη