Μετάφραση του "bus" σε Ελληνικά
Οι λεωφορείο, δίαυλος, αρτηρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bus" σε Ελληνικά.
Veicolo a motore grande equipaggiato con sedili per passeggeri, solitamente utilizzato come parte di un servizio regolare.
-
λεωφορείο
noun neuterVeicolo a motore grande equipaggiato con sedili per passeggeri, solitamente utilizzato come parte di un servizio regolare.
Furono i primi a salire sul bus.
Ηταν οι πρώτοι που μπήκαν στο λεωφορείο.
-
δίαυλος
noun masculineLa mia prima ipotesi e'che la velocita'del suo bus non sia all'altezza della sua scheda grafica.
Η πρώτη μου εκτίμηση είναι ότι η ταχύτητα διαύλου δεν ταιριάζει με αυτή της κάρτας γραφικών
-
αρτηρία
noun femininefunzioni legate alle finalità del bus di dati del veicolo:
Λειτουργίες που συνδέονται με την αρτηρία δεδομένων του οχήματος:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Δίαυλος υπολογιστή
Εικόνες με "bus"
Φράσεις παρόμοιες με "bus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εμπρόσθιος διαύλος
-
σύνθετος απαριθμητής διαύλου
-
ενιαίος σειριακός δίαυλος
-
απαριθμητής διαύλου
-
Token Bus