Μετάφραση του "cacciare" σε Ελληνικά

Οι κυνηγώ, θηρεύω, κυνηγάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cacciare" σε Ελληνικά.

cacciare verb γραμματική

Forzare una persona o più persone a lasciare un posto o un luogo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνηγώ

    verb

    Mi sa che e'meglio se do la caccia a Quinn da sola.

    Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κυνηγώ τον Κουίν μόνη μου.

  • θηρεύω

    verb

    Esso non deve quindi essere cacciato durante il ritorno al luogo di nidificazione.

    Επίσης, δεν πρέπει να θηρεύονται κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως.

  • κυνηγάω

    verb

    Io vado a caccia ogni sera e non mi vanto!

    Εγώ κυνηγάω κάθε βράδυ, αλλά δεν το επιδεικνύω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκοτώνω
    • καταδιώκω
    • εκδιώκω
    • καταδίωξη
    • απωθώ
    • αποπέμπω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cacciare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cacciare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cacciare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη