Μετάφραση του "calcolo" σε Ελληνικά

Οι υπολογισμός, μέτρηση, καταμέτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calcolo" σε Ελληνικά.

calcolo noun verb masculine γραμματική

Il risultato di una somma che rivela il numero degli elementi di un'insieme.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπολογισμός

    noun

    Si è chiesto pertanto di riesaminare opportunamente i calcoli della sottoquotazione.

    Συνεπώς, ζητήθηκε να αναθεωρηθεί αναλόγως ο υπολογισμός των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές.

  • μέτρηση

    noun feminine

    Tali clausole possono facilitare il calcolo delle royalties.

    Οι συμφωνίες αυτές μπορεί να διευκολύνουν τη μέτρηση των δικαιωμάτων.

  • καταμέτρηση

    feminine

    Il numero di passeggeri deve essere calcolato in base alla sola andata e per ogni singola rotta.

    Ο αριθμός των επιβατών πρέπει να αναφέρεται σε καταμέτρηση απλής μετάβασης και για κάθε μεμονωμένη γραμμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λογισμός
    • λίθος
    • μέτρημα
    • στάθμιση
    • σύγκριμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " calcolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "calcolo"

Φράσεις παρόμοιες με "calcolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "calcolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη