Μετάφραση του "calore" σε Ελληνικά
Οι θερμότητα, Θερμότητα, ζέστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calore" σε Ελληνικά.
Una forma di energia trasferita tramite differenza di temperatura, che corrisponde all'energia cinetica totale degli atomi (o molecole) di un sistema. [..]
-
θερμότητα
noun feminineUna forma di energia trasferita tramite differenza di temperatura, che corrisponde all'energia cinetica totale degli atomi (o molecole) di un sistema.
Le tecnologie dei processi sono adattate per un miglior adeguamento all'approvvigionamento di calore da fonti rinnovabili.
Προσαρμογή των τεχνολογιών των διαδικασιών ώστε να συνδυάζονται καλύτερα με την παροχή θερμότητας από ανανεώσιμες πηγές.
-
Θερμότητα
forma di energia trasferibile tra sistemi
L'energia geotermica può essere usata mediante pompe di calore per riscaldare e raffreddare edifici.
Η γεωθερμική ενέργεια μπορεί να αξιοποιηθεί μέσω αντλιών θερμότητας για τη θέρμανση και την ψύξη κτιρίων.
-
ζέστη
nounSento vampate di calore e poi brividi di freddo.
Εκεί θα έχει λιγότερη ζέστη και λιγότερο κρύο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θερμική ενέργεια
- υψηλή θερμοκρασία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " calore " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Calore" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Calore στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "calore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τοπική παροχή θέρμανσης
-
αντλία θερμότητας
-
παροχή θερμότητας
-
αξιοποίηση θερμικών αποβλήτων
-
ειδική θερμοχωρητικότητα
-
σχέση ηλεκτρισμού-θερμότητας
-
Μεταφορά θερμότητας
-
Αντλία θερμότητας