Μετάφραση του "campagna" σε Ελληνικά

Οι εξοχή, ύπαιθρος, αγρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "campagna" σε Ελληνικά.

campagna noun feminine γραμματική

Area rurale, di una regione campestre, opposta alla zona urbana. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοχή

    noun feminine

    Qualcosa di innocente, come un film o un giro in campagna.

    Κάτι αθώο, όπως σινεμά, ή βόλτα στην εξοχή.

  • ύπαιθρος

    noun feminine

    Sire, ma la campagna intorno Versailles è irrimediabilmente piatta.

    Μεγαλειότατε, η ύπαιθρος γύρω από τις Βερσαλλίες είναι απελπιστικά επίπεδη.

  • αγρός

    noun masculine

    Dire che l’Ofel diventa campagna spoglia fa presagire la completa desolazione della città.

    Όταν αναφέρεται πως το Οφήλ γίνεται γυμνός αγρός, αυτό σημαίνει ότι η πόλη θα ερημωθεί εντελώς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ύπαιθρον
    • εκστρατεία
    • χώρα
    • καμπάνια
    • ύπαιθρο
    • χωριό
    • διαφήμιση
    • χωράφι
    • φύση
    • κίνηση
    • αγροτική περιοχή
    • κτήματα
    • περίχωρα
    • πολιτική καμπάνια
    • υπαίθρια περιοχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " campagna " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "campagna"

Φράσεις παρόμοιες με "campagna" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "campagna" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη