Μετάφραση του "capitalista" σε Ελληνικά

Οι καπιταλιστής, καπιταλιστικός, κεφαλαιοκράτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capitalista" σε Ελληνικά.

capitalista adjective noun masculine γραμματική

Relativo o appartenente al capitalismo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπιταλιστής

    noun

    Un vero capitalista è un avaro pronto a sacrificare tutto per questo dovere perverso.

    Ένας αληθινός καπιταλιστής είναι ένας φιλάργυρος που είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για αυτό το διεστραμμένο καθήκον.

  • καπιταλιστικός

    adjective

    Anche il mondo capitalista piazza le proprie pedine in modo da esercitare il massimo controllo sulle riserve d'acqua.

    Και ο καπιταλιστικός κόσμος χρησιμοποιεί τα πιόνια που διαθέτει προκειμένου να αποκτήσει όσο το δυνατό καλύτερο έλεγχο των υδάτινων πόρων.

  • κεφαλαιοκράτης

    noun
  • κεφαλαιοκρατικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capitalista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capitalista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη