Μετάφραση του "carburante" σε Ελληνικά
Οι καύσιμο, αέριο, καύσιμο κινητήρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carburante" σε Ελληνικά.
Materiale solido, liquido o gassoso come gas, petrolio, benzina, carbone o legno usato per produrre calore o energia durante la combustione.
-
καύσιμο
noun neuterMateriale solido, liquido o gassoso come gas, petrolio, benzina, carbone o legno usato per produrre calore o energia durante la combustione.
Tale stanziamento è destinato a coprire le spese di carburante per veicoli.
Η πίστωση αυτή προορίζεται να καλύψει το κόστος των καυσίμων για τα οχήματα.
-
αέριο
noun neuterRegistrare le risposte di calibrazione e di azzeramento a questi flussi di carburante.
Καταγράφεται η απόκριση του αερίου βαθμονόμησης και μηδενισμού στις τιμές αυτές ροής καυσίμου.
-
καύσιμο κινητήρα
Va ricordato che gli Stati membri attuali avevano beneficiato di periodi transitori per i carburanti.
Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στα τρέχοντα κράτη μέλη έχουν παραχωρηθεί μεταβατικές περίοδοι για τα καύσιμα κινητήρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γκάζι
- εύφλεκτο υλικό
- καύσιμη ύλη
- καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεως
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " carburante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "carburante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τον (για τον) μόλυβδο
-
Καρβίδιο του βολφραμίου
-
πρόσθετο καυσίμου
-
καύσιμο αεροπλάνων
-
φόρος καυσίμων
-
πρατήριο καυσίμων · σταθμός πλήρωσης
-
αμόλυβδη βενζίνη
-
Καρβίδιο του λιθίου