Μετάφραση του "carnivoro" σε Ελληνικά

Οι σαρκοφάγος, σαρκοβόρος, σαρκοφάγο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carnivoro" σε Ελληνικά.

carnivoro adjective noun masculine γραμματική

Predatorio o che mangia carne.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρκοφάγος

    noun masculine

    Beh, i trifidi sono grandi piante carnivore in grado di muoversi indipendentemente.

    Τα Τρίφιντ είναι μεγάλα, σαρκοφάγα φυτά που έχουν τη δυνατότητα να κινούνται μόνα τους.

  • σαρκοβόρος

    noun masculine

    Aumenta invece il numero di carnivori utilizzati per la stessa finalità.

    Ωστόσο, παρατηρήθηκε αύξηση στους αριθμούς των σαρκοβόρων για τον ίδιο σκοπό.

  • σαρκοφάγο

    noun

    Predatorio o che mangia carne.

    Un Nostrovite e'un mutaforma carnivoro a cui gusta la carne umana.

    Ο Νοστροβίτης είναι σαρκοφάγο που αλλάζει μορφή με αδυναμία στην ανθρώπινη σάρκα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρεατοφάγος
    • σαρκοφάγα
    • σαρκοβόρο
    • Σαρκοφάγα
    • σαρκοφάγος ζώο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carnivoro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "carnivoro"

Φράσεις παρόμοιες με "carnivoro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carnivoro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη