Μετάφραση του "carpenteria" σε Ελληνικά

Το ξυλουργική είναι η μετάφραση του "carpenteria" σε Ελληνικά.

carpenteria noun feminine γραμματική

Armature e opere provvisorie di sostegno, generalmente realizzate in legno, degli edifici o di parte di essi (archi, volte ecc.).

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλουργική

    noun feminine

    E'buffo riconsiderare la carpenteria e la falegnameria così, come non facevo da tanto tempo.

    Είναι διασκεδαστικό να σκέφτομαι την επιπλοποιϊα και την ξυλουργική... όπως δεν τα έχω σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carpenteria " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "carpenteria" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carpenteria" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη