Μετάφραση του "carretta" σε Ελληνικά

Οι σακαράκα, σαράβαλο, σαραβαλάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carretta" σε Ελληνικά.

carretta noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σακαράκα

    noun feminine

    Mio padre lo odiava quasi quanto la carretta che Jim gli aveva venduto.

    Ο πατέρας μου το μισούσε όσο και τη σακαράκα που του είχε πουλήσει ο Τζιμ.

  • σαράβαλο

    noun

    Questo potrebbe essere il motivo per cui la nostra vittima guidava una carretta.

    Θα μπορούσε να είναι η αιτία που το θύμα οδηγούσε ένα σαράβαλο.

  • σαραβαλάκι

    neuter

    Mi piace il nostro lo incasinato, la tua vecchia carretta.

    Λατρεύω την ακατάστατη σοφίτα μας, το σαραβαλάκι σου.

  • κάρο δίτροχο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carretta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carretta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη