Μετάφραση του "carrucola" σε Ελληνικά

Οι Τροχαλία, τροχαλία, καρούλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carrucola" σε Ελληνικά.

carrucola noun feminine γραμματική

Arnese composto da un insieme di ruote attorno alle quali è avvolta una corda; tale arnese serve ad alzare o muovere un peso agilmente.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τροχαλία

    La corda è sopra una carrucola sul soffitto.

    Το σκοινί περνά από μια τροχαλία και δένει στη γωνία.

  • τροχαλία

    noun feminine

    La corda è sopra una carrucola sul soffitto.

    Το σκοινί περνά από μια τροχαλία και δένει στη γωνία.

  • καρούλι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carrucola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carrucola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη