Μετάφραση του "cartografo" σε Ελληνικά
Το χαρτογράφος είναι η μετάφραση του "cartografo" σε Ελληνικά.
cartografo
noun
masculine
γραμματική
-
χαρτογράφος
noun masculineprofessione
E'un piccolo trucco: un cartografo disegna una strada che non esiste, un trabocchetto.
Είναι ένα μικρό κόλπο όπου ο χαρτογράφος θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα δρόμο που δεν υπάρχει, μια παγίδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cartografo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη