Μετάφραση του "cassa" σε Ελληνικά

Οι κασέλα, ταμείο, αγγείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cassa" σε Ελληνικά.

cassa noun verb feminine γραμματική

Oggetto generalmente fatto da persone (usualmente di cartone o legno), che viene utilizzato per contenere diversi oggetti.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κασέλα

    noun feminine

    Ho visto la sua espressione quando si e'aperta la cassa.

    Τους είδα να λάμπουν όταν η κασέλα έσπασε.

  • ταμείο

    noun neuter

    Le casse della Corte e i suoi debitori effettuano i loro pagamenti in euro.

    Το ταμείο του Δικαστηρίου και οι οφειλέτες του διενεργούν τις πληρωμές τους σε ευρώ.

  • αγγείο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κιβώτιο
    • κουτί
    • τράπεζα
    • μπαούλο
    • σεντούκι
    • κασόνι
    • καφάσι
    • χρηματοκιβώτιο
    • υπόθεση
    • τραπεζικό ίδρυμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cassa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cassa"

Φράσεις παρόμοιες με "cassa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cassa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη