Μετάφραση του "catartico" σε Ελληνικά

Οι καθαρτικό, υπακτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "catartico" σε Ελληνικά.

catartico adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρτικό

    noun neuter

    Con un volto identico a quello di Amara, potrebbe rivelarsi catartico.

    Με τη φάτσα τής Αμάρα, ίσως είναι καθαρτικό.

  • υπακτικό

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " catartico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "catartico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη