Μετάφραση του "catartico" σε Ελληνικά
Οι καθαρτικό, υπακτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "catartico" σε Ελληνικά.
catartico
adjective
masculine
γραμματική
-
καθαρτικό
noun neuterCon un volto identico a quello di Amara, potrebbe rivelarsi catartico.
Με τη φάτσα τής Αμάρα, ίσως είναι καθαρτικό.
-
υπακτικό
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " catartico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη