Μετάφραση του "causa" σε Ελληνικά

Οι αιτία, λόγος, σκοπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "causa" σε Ελληνικά.

causa noun verb feminine γραμματική

Attività atta a provocare una decisione del giudice. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτία

    noun feminine

    Ciò che origina una condizione o produce un effetto.

    Perche'se l'autopsia non e'stata ancora eseguita non possiamo essere sicuri che questa sia la causa della morte.

    Γιατί αν δεν έχει γίνει αυτοψία, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτή ήταν η αιτία θανάτου.

  • λόγος

    noun masculine

    La partita è stata annullata a causa della pioggia.

    Ακύρωσαν τον αγώνα λόγω βροχής.

  • σκοπός

    noun masculine

    Non vedo come possa aiutare la sua causa.

    Δεν μπορώ να καταλάβω, πως αυτό θα εξυπηρετήσει το σκοπό σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπόθεση
    • δίκη
    • αγωγή
    • αίτιο
    • Αιτία
    • αιτιότητα
    • κίνηση
    • δικαστική αγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " causa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "causa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "causa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη