Μετάφραση του "cazzo" σε Ελληνικά

Οι πούτσα, πούτσος, ψωλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cazzo" σε Ελληνικά.

cazzo interjection noun verb masculine γραμματική

Organo sessuale maschile per l'accoppiamento e la minzione; la parte tubolare dei genitali maschili (escluso lo scroto).

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πούτσα

    noun feminine

    lnvece di sniffare, adesso succhi cazzi!

    Αντί να σνιφάρεις, ρούφαγες πούτσα.

  • πούτσος

    noun masculine

    Non mi pare proprio ci siano cazzi qua in giro.

    Δεν υπάρχει κανένας πούτσος τριγύρω απ'όσο βλέπω.

  • ψωλή

    noun feminine

    Qualcuno di voi succhierebbe cazzi per questo?

    Θα ρουφούσε κανείς σας ψωλή για αυτό;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καυλί
    • παπάρα
    • πέος
    • παπάρι
    • πούλος
    • σκατά
    • γαμώτο
    • πουλί
    • γαμώ
    • γαμημένος
    • διάολε
    • κόκορας
    • τσουτσούνι
    • εργαλείο
    • πούλλος
    • γάμα τα
    • να πάρει ο διάολος
    • σκατά!
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cazzo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cazzo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βλάκας · γαμημένη · γαμημένο · γαμημένος · ηλίθιος · κωλοτρυπίδα · μαλάκας · παπάρης · πουτσοκέφαλος
  • στο διάολο · τι στον πούτσο
  • γαμημένο
  • δεν νοιάζεσαι για κανέναν
  • σε ποιον νομίζεις ότι μιλάς;
  • Που στο διάολο ήσουν;
  • βλάκας · γαμημένη · γαμημένο · γαμημένος · ηλίθιος · κωλοτρυπίδα · μαλάκας · παπάρης · πουτσοκέφαλος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cazzo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη