Μετάφραση του "cefalea" σε Ελληνικά

Οι πονοκέφαλος, Πονοκέφαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cefalea" σε Ελληνικά.

cefalea noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πονοκέφαλος

    noun masculine

    Negli adolescenti, la cefalea è stato l effetto indesiderato più comunemente riportato

    Σε εφήβους, ο πονοκέφαλος ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια

  • Πονοκέφαλος

    disturbo doloroso della testa

    Come è prevedibile per questo tipo di medicinale, l evento avverso più frequentemente segnalato è la cefalea

    Όπως αναμενόταν για τον συγκεκριμένο τύπο φαρμακευτικού προϊόντος, ο πονοκέφαλος ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cefalea " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cefalea" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cefalea" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη