Μετάφραση του "celibe" σε Ελληνικά

Οι άγαμος, ανύπαντρος, εργένης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "celibe" σε Ελληνικά.

celibe adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγαμος

    adjective noun masculine

    Qualora il funzionario deceduto sia celibe, le spese sono rimborsate agli aventi diritto.

    Αν ο αποβιώσας υπάλληλος ήταν άγαμος, τα έξοδα αυτά επιστρέφονται στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα.

  • ανύπαντρος

    adjective masculine

    Un uomo celibe vale piu'che il Santo Graal!

    Ένας ανύπαντρος άνδρας ξεπερνά σε αξία και το'γιο Δισκοπότηρο.

  • εργένης

    noun masculine

    Sono molto silenzioso e sono celibe.

    Είμαι πολύ ήσυχος και εργένης.

  • μπεκιάρης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " celibe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "celibe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη