Μετάφραση του "cerotto" σε Ελληνικά
Το λευκοπλάστης είναι η μετάφραση του "cerotto" σε Ελληνικά.
cerotto
noun
masculine
γραμματική
Piccola medicazione utilizzata per lesioni non abbastanza gravi da richiedere una vera benda.
-
λευκοπλάστης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cerotto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cerotto"
Φράσεις παρόμοιες με "cerotto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λευκοπλάστης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη