Μετάφραση του "cessione" σε Ελληνικά
Οι μεταβίβαση, εκχώρηση, παραχώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cessione" σε Ελληνικά.
Dare o lasciare qualcosa a disposizione di qualcuno.
-
μεταβίβαση
noun feminineLe Parti contraenti dispongono della massima flessibilità per organizzare la cessione dei diritti.
Όσον αφορά τη μεταβίβαση δικαιωμάτων, τα συμβαλλόμενα μέρη διαθέτουν πλήρη ευελιξία, όσον αφορά την οργάνωσή της.
-
εκχώρηση
noun feminineRiguarda la cessione di una capacità annua corrispondente alla sovrapposizione sotto il profilo concorrenziale.
Αφορά την εκχώρηση ετήσιας παραγωγικής ικανότητας αντίστοιχης με την αλληλεπικάλυψη των δραστηριοτήτων των δύο ανταγωνιστών.
-
παραχώρηση
noun feminineLo stesso dicasi per la cessione di una quota latte in caso di cessione di un'azienda lattiera.
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την παραχώρηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως σε περίπτωση μεταβιβάσεως γαλακτοκομικής εκμεταλλεύσεως.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραίτηση
- εγκατάλειψη
- εγκαταλειμμένος
- εκχωρητήριο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cessione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate