Μετάφραση του "cicca" σε Ελληνικά
Οι σιγαρέττο, γόπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cicca" σε Ελληνικά.
cicca
noun
verb
feminine
γραμματική
-
σιγαρέττο
noun neuter -
γόπα
noun feminineE quando è impegnato a sbavarti sul collo, tu prendi la sua cicca con discrezione.
Και μετά οταν θα ειναι απασχολημένος να σου γλύφει τον λαιμό σου, διακριτικά να τσεπώσεις την γόπα του τσιγάρου του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cicca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cicca"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη